Διαπέρασα με τόση δριμύτητα την επιφάνεια, ώστε πόνεσα δυνατά. Ζαλισμένη και τυφλή παρασερνόμουν από ρεύματα υγρά που με μετακινούσαν με πρωτόγνωρη ορμή και δύναμη. Το σώμα μου έρμαιο, τα μαλλιά μου ένα συμπαγές αντικείμενο τυλιγμένο γύρω από το πρόσωπο και το λαιμό, αμετακίνητο, απόρθητο, μια αποπνικτική μάσκα που άμβλυνε τις αισθήσεις και ήταν αδύνατον να απαλλαγώ από αυτή. Τα ρεύματα συνέχιζαν να με παρασέρνουν βίαια προς κάθε κατεύθυνση μέσα στον υγρό όγκο, καταλάβαινα τις αλλαγές πορείας από την κλίση του κεφαλιού πάνω στους ώμους και από τη σχέση των ποδιών με τη μέση. Η μάσκα αφάνιζε σιγά σιγά τις αισθήσεις, μόνο η ανάγκη για οξυγόνο υπήρχε, μια ανάγκη που αγνοώντας την πλήρη απώλεια προσανατολισμού, κινητοποιούσε με αγωνία τα μέλη μου. Χέρια και πόδια τώρα κινούνταν με δύναμη, άγνωστο αν με οδηγούσαν βαθύτερα ή έξω… Ο χρόνος μετρούσε με ανάγκη για εισπνοή, με ένταση κίνησης μελών, με άμβλυνση αισθήσεων˙ η μάσκα συνέχιζε να με τυφλώνει, να με κουφαίνει, να με αποπροσανατολίζει, να σφίγγεται όλο και περισσότερο γύρω από το κεφάλι και το λαιμό μου, να με πνίγει.
Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2009
Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2008
εκείνα
Πας να κοιμηθείς και Εκείνα ξεπετάγονται μπροστά σου, φορώντας κόκκινες μπλούζες και πράσινα καπέλα ένα Σαββάτο μεσημέρι· κόκκινες μπλούζες και πράσινα καπέλα, που δεν ταιριάζουν μεταξύ τους, όμως είναι ωραία –το καθ’ ένα ξεχωριστά· κι είναι και Εκείνα ωραία, πιο ωραία απ’ ό,τι τα θυμάσαι όταν χαμογελούν, όμως χαμογελούν για άλλους, σε άλλους, όχι σε ‘σένα, δεν θα ξαναχαμογελάσουν ποτέ σε ‘σένα, θα κάνουν πάντα ότι δεν σε βλέπουν, το βλέμμα τους πάντα θα σε κοιτά, μα δεν θα σε βλέπει, θα περνά από μέσα σου σα να είσαι αόρατη...
Όμως εσύ τα βλέπεις όταν κλείνεις τα μάτια σου να κοιμηθείς, φοράνε κόκκινες μπλούζες και πράσινα καπέλα ένα Σαββάτο μεσημέρι, που εσύ είσαι χαρούμενη, γιατί έχεις ξεχάσει ότι υπάρχουν, έχεις ξεχάσει ότι είναι ωραία όταν χαμογελούν, έχεις ξεχάσει ότι χαμογελούν πια σε άλλους, όχι σε ‘σένα, ποτέ πια σε ‘σένα.
Κι όμως είναι σα να χαμογελούν σε ‘σένα, σα να έρχονται χαρούμενα προς τα εσένα, που τώρα χαμογελάς πλατιά, λάμπεις ολόκληρη –όπως τότε που σ’ έσφιγγαν στην αγκαλιά τους-, γιατί τα βλέπεις να σου χαμογελούν, αλλά Εκείνα προσπερνούν, δεν σε είδαν ή κάνουν ότι δε σε είδαν, αλλά εσύ τα βλέπεις όταν κλείνεις τα μάτια σου να κοιμηθείς, φορούν κόκκινες μπλούζες και πράσινα καπέλα ένα Σαββάτο μεσημέρι...
Όμως εσύ τα βλέπεις όταν κλείνεις τα μάτια σου να κοιμηθείς, φοράνε κόκκινες μπλούζες και πράσινα καπέλα ένα Σαββάτο μεσημέρι, που εσύ είσαι χαρούμενη, γιατί έχεις ξεχάσει ότι υπάρχουν, έχεις ξεχάσει ότι είναι ωραία όταν χαμογελούν, έχεις ξεχάσει ότι χαμογελούν πια σε άλλους, όχι σε ‘σένα, ποτέ πια σε ‘σένα.
Κι όμως είναι σα να χαμογελούν σε ‘σένα, σα να έρχονται χαρούμενα προς τα εσένα, που τώρα χαμογελάς πλατιά, λάμπεις ολόκληρη –όπως τότε που σ’ έσφιγγαν στην αγκαλιά τους-, γιατί τα βλέπεις να σου χαμογελούν, αλλά Εκείνα προσπερνούν, δεν σε είδαν ή κάνουν ότι δε σε είδαν, αλλά εσύ τα βλέπεις όταν κλείνεις τα μάτια σου να κοιμηθείς, φορούν κόκκινες μπλούζες και πράσινα καπέλα ένα Σαββάτο μεσημέρι...
Τετάρτη, 04 Ιουνίου 2008
Τετάρτη, 21 Μαΐου 2008
Κυριακή, 18 Μαΐου 2008
το ταξίδι
Είμαι ξένη εντελώς άγνωστη. Δεν έχω ιδέα τι μπορεί να μου συμβαίνει. Περπατάω μες στο κρύο. Το πόδι μου βράχηκε. Βούτηξε σε μια λακκούβα με παγωμένο νερό. Κρυώνω. Θέλω να φύγω. Είμαι πολύ μακριά. Το κρύο μου παγώνει το μυαλό. Αδύνατον να σκεφτώ καθαρά, μόνο κοιμάμαι. Συνέχεια ακόμη κι όταν είμαι ξύπνια. Δε μπορώ τίποτα να δω, πουθενά να εστιάσω. Όλα αυτά που θα συμβούν όταν γυρίσω μου παγώνουν το μυαλό. Ανίκανη να σκεφτώ, να δω, να γνωρίσω. Χαμένο ταξίδι...Σάββατο, 17 Μαΐου 2008
......
Να ‘μουν άυλη να μπαίνω μες’ των ανθρώπων τις ψυχές και να τις νιώθω. Άλλοτε να παίζω μαζί τους... Να τις μπερδεύω, να τις αναστατώνω... Κι άλλες φορές, όταν είναι ανάστατες, φουρτουνιασμένες, να φυσάω γαλήνη μέσα τους. Να ‘νιωθα τις ψυχές όλων σας... μήπως έτσι καταφέρω να αγγίξω τη δική μου την αλήθεια.
Σάββατο, 05 Απριλίου 2008
Περπατάς μέσα στην πόλη με το βλέμμα θολό, λες κι ένα πέπλο έχει σκεπάσει την Ίριδα και την Κόρη. Ένα πέπλο διάφανο και λείο, υγρό σχεδόν, που κάνει τις εικόνες να ξεχνιούνται αμέσως μόλις ειδωθούν –ούτε ένα δευτερόλεπτο αργότερα· ένα πέπλο, που κάνει τις εικόνες να γλιστρούν και να φεύγουν…
Περπατάς μέσα στην πόλη και η βόλτα αυτή είναι η ίδια με εχθές και με προχθές και με πέρυσι. Και θα είναι η ίδια με αύριο και μεθαύριο και με ένα χρόνο μετά. Γιατί υπάρχει ένα πέπλο διάφανο και λείο, που σκεπάζει την Ίριδα και την Κόρη και κάνει τις εικόνες να γλιστρούν και να φεύγουν από μάτια, που είναι λες και δεν κλείνουν ποτέ, λες και δεν κλείνουν ποτέ, λες και τα έχει εγκαταλείψει ακόμη κι εκείνο το ακούσιο βλεφάρισμα…
Περπατάς μέσα στην πόλη και το πέπλο, που σκεπάζει την Ίριδα και την Κόρη, κάνει τις εικόνες να γλιστρούν μακριά, κάνει τη βόλτα να μοιάζει με αδιάκοπη εναλλαγή καναλιών στην τηλεόραση ένα Σαββάτο βράδυ. Η βόλτα αυτή είναι ένας σωρός εικόνες, που ο Νους δεν βλέπει, γιατί υπάρχει ένα πέπλο, που σκεπάζει την Ίριδα και την Κόρη, ένα πέπλο από αδράνεια και θλίψη.
Περπατάς μέσα στην πόλη και τώρα ανακαλύπτεις έκπληκτος πως το πέπλο από αδράνεια και θλίψη δεν αφήνει τις εικόνες να το διαπεράσουν, αφήνει όμως το φως· και τώρα η βόλτα είναι γκρι, μαύρη ή λευκή, σκούρα μπλε ή μοβ, πορτοκαλί ή γαλάζια· και κρύα, ζεστή ή δροσερή, υγρή, θαλασσινή ή χωμάτινη. Τώρα, που ο Νους δεν βλέπει, η βόλτα έχει πάψει να είναι δρόμοι και κτίρια και άνθρωποι, αλλά είναι ο απογευματινός ήλιος σε δέρμα εκτεθειμένο, ή ο παγωμένος αέρας σε μάγουλα υγρά από στάλες βροχής…
Τώρα το πέπλο είναι ο μόνος λόγος να κάνεις τη βόλτα…
Περπατάς μέσα στην πόλη και η βόλτα αυτή είναι η ίδια με εχθές και με προχθές και με πέρυσι. Και θα είναι η ίδια με αύριο και μεθαύριο και με ένα χρόνο μετά. Γιατί υπάρχει ένα πέπλο διάφανο και λείο, που σκεπάζει την Ίριδα και την Κόρη και κάνει τις εικόνες να γλιστρούν και να φεύγουν από μάτια, που είναι λες και δεν κλείνουν ποτέ, λες και δεν κλείνουν ποτέ, λες και τα έχει εγκαταλείψει ακόμη κι εκείνο το ακούσιο βλεφάρισμα…
Περπατάς μέσα στην πόλη και το πέπλο, που σκεπάζει την Ίριδα και την Κόρη, κάνει τις εικόνες να γλιστρούν μακριά, κάνει τη βόλτα να μοιάζει με αδιάκοπη εναλλαγή καναλιών στην τηλεόραση ένα Σαββάτο βράδυ. Η βόλτα αυτή είναι ένας σωρός εικόνες, που ο Νους δεν βλέπει, γιατί υπάρχει ένα πέπλο, που σκεπάζει την Ίριδα και την Κόρη, ένα πέπλο από αδράνεια και θλίψη.
Περπατάς μέσα στην πόλη και τώρα ανακαλύπτεις έκπληκτος πως το πέπλο από αδράνεια και θλίψη δεν αφήνει τις εικόνες να το διαπεράσουν, αφήνει όμως το φως· και τώρα η βόλτα είναι γκρι, μαύρη ή λευκή, σκούρα μπλε ή μοβ, πορτοκαλί ή γαλάζια· και κρύα, ζεστή ή δροσερή, υγρή, θαλασσινή ή χωμάτινη. Τώρα, που ο Νους δεν βλέπει, η βόλτα έχει πάψει να είναι δρόμοι και κτίρια και άνθρωποι, αλλά είναι ο απογευματινός ήλιος σε δέρμα εκτεθειμένο, ή ο παγωμένος αέρας σε μάγουλα υγρά από στάλες βροχής…
Τώρα το πέπλο είναι ο μόνος λόγος να κάνεις τη βόλτα…
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

